DSC02945

Η χαρακτική στην Ευρώπη 20ος-21ος αιώνες

Ο 20ος αιώνας και η αρχή του 21ου, για τη χαρακτική, χαρακτηρίζονται από τη ραγδαία εξέλιξη της τεχνολογίας, με μια όλο πιο δύσκολη απάντηση στην ερώτηση: Τί είναι ένα χαρακτικό σήμερα; Έντυπες εικόνες βρίσκονται παντού στη διάθεση του κοινού, αφού αναπτύχθηκε η όφσετ. Και ακούγεται για “καλλιτεχνικό όφσετ”. Οι καλλιτέχνες κατάλαβαν επίσης πριν από χρόνια ότι με την παραδοσιακή λιθογραφία – σε τσίγκο και τυπωμένη στο πιεστήριο της όφσετ – και τη νέα τεχνική της μεταξοτυπίας, μπορούν να πολλαπλασιάσουν εύκολα, χωρίς την παραμικρή επέμβασή τους, χάρη στη φωτομεταφορά των έργων τους, τα έργα τους που αρέσουν στο κοινό. Μερικοί τα υπογράφουν, τα αριθμούν. Αλλά πρόκειται για αυθεντικά χαρακτικά; Με την εμφάνιση των ψηφιακών εικόνων, η δυσκολία αυξάνεται.

Πολύ πιο θετικός φαίνεται ο έντονος προβληματισμός και ο πειραματισμός των χαρακτών, οι οποίοι συνεχίζουν να χρησιμοποιούν τις σήμερα παραδοσιακές τεχνικές, αλλά δημιουργούν και με νέες τεχνικές. Δημιοργούν με αυτές τις νέες τεχνικές  – αυθεντική μεταξοτυπία και ψηφιακή τέχνη – και συνδυάζουν διάφορες τεχνικές και μεθόδους για να φιλοτεχνήσουν ένα χαρακτικό. Παράλληλα, πολλοί από τους πιο διάσημους καλλιτέχνες του 20ου αιώνα χαράσσουν, και τα έργα τους, υπογραμμένα και αριθμημένα, γίνονται ζηλευτά αντικείμενα για πλούσιους συλλέκτες. Ο κοινωνικός ρόλος της χαρακτικής τείνει να εξαφανιστεί.

Αφίσες – αυθεντικά χαρακτικά, συνήθως λιθογραφίες και μεταξοτυπίες, συνεχίζουν να διαδραματίζουν αυτό τον ρόλο, από τις λιθογραφημένες αφίσες του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου μέχρι και σημερινές, αυθεντικές δημιουργίες νέων καλλιτεχνών.

Πριν να τις δώσουν για να μπουν για εικονογράφηση βιβλίων, στη μορφή των κλισέ, και μεταγενέστερα των τσίγκων όφσετ, εικονογράφοι-χαράκτες φιλοτεχνούν ξυλογραφίες (σε πλάγιο ή όρθιο ξύλο), λινογραφίες, χαλκογραφίες, λιθογραφίες, οι οποίες γίνονται περιζήτητες σειρές.

Η ξυλογραφία δεν αποτελεί πια ένα προνομιούχο μέσο έκφρασης για τους χαράκτες, λόγω της απαιτητικής της τεχνικής και της χρονοβόρας και δύσκολης διαδικασίας για την απόδοση του πολύχρωμου σχεδίου, με διάφορες πλάκες και σύμπτωση στην εκτύπωση. Όμως την αγκαλιάζουν μέχρι και σήμερα σημαντικοί χαράκτες. Με τη δυνατή απόδοση των αντιθέσεων και την καθαρότητα των γραμμών, η ξυλογραφία είναι ένα από τα προτιμητέα μέσα έκφρασης των εξπρεσιονιστών.

Παρόμοια στην τεχνική της με την ξυλογραφία, τόσο σε πλάγιο όσο και σε όρθιο ξύλο, η λινογραφία θεωρήθηκε ως “η ξυλογραφία του φτωχού” ή “η χαρακτική του μαθητή, του ερασιτέχνη”. Εμφανίζεται στα πρώτα χρόνια του 20ου αιώνα και γίνεται η κατ’ εξοχήν τεχνική των χαρακτών στρατευμένων στην υπηρεσία του λαού. 

Η χαλκογραφία παραμένει στον 20ον αιώνα, μαζί με τη λιθογραφία, η τεχνική που αγκαλιάζουν οι περισσότεροι δημιουργοί-χαράκτες. Αν οι σκληρές γραμμές του καλεμιού δεν τραβούν πολύ τους καλλιτέχνες, η βελονογραφία, με τις βελούδινες γραμμές, και οι μέθοδοι της οξυγραφίας, γραμμική, τονική, με μαλακό βερνίκι, τα διάφορα είδη ακουατίντας, η βαθυτυπία χωρίς μελάνι (ανάγλυφο), είναι μερικές τεχνικές που γοητεύουν τους χαράκτες, καθώς και οι αμέτρητοι συνδυασμοί των μεθόδων για τη δημιουργία ενός έργου και η εύκολη εκτύπωση μιας πλάκας με διάφορα χρώματα.

Στο τέλος του 19ου αιώνα ο Gauguin χαράσσει το ξύλο για δύο θαυμάσεις σειρές, τη σειρά Noa Noa και τη λεγόμενη Vollard σειρά, παράλληλα με ζωγραφιές με τα ίδια θέματα. Μέχρι και σήμερα, κορυφαίοι ζωγράφοι, γλύπτες, υιοθετούν τη χαρακτική, στην οποία βρίσκουν άλλες καλλιτεχνικές προσεγγίσεις της θεματολογίας τους, άλλη γλώσσα. Αν τα χαρακτικά τους διαφέρουν από τα έργα για τα οποία είναι πιο διάσημοι, η ίδια είναι η τεχνοτροπία, η αυθεντική τους έκφραση. James Ensor και René Magritte στο Βέλγιο, ο κοσμοπολίτης Vassily Kandinsky,  Edvard Munch, Frans Masereel, Salvador Dali, Amedeo Modigliani, όλοι, κάποια στιγμή, στρέφονται προς τη χαρακτική. Pablo Picasso, μετά από λίγες ξυλογραφίες και ζωντανές “ευλύγιστες” ακουατίντες για την Tauromaquia ανακαλύπτει το 1954 τη γλώσσα της λινογραφίας, μονόχρωμης ή έγχρωμης, για δυνατά και εκφραστικά χαρακτικά με μεγάλες πλακάτες επιφάνειες και απλοποιημένες γραμμές. 

Ο Marc Chagall, ο οποίος αναφέρει αρκετές φορές τον Rembrandt ως ζωγράφο-χαράκτη όταν χαράσσει, δηλώνει τη γοητεία που ασκεί πάνω του η χαρακτική: «Όταν κρατώ στα χέρια μου μια λιθογραφική πέτρα είτε μια πλάκα χαλκού νομίζω πως αγγίζω ένα αντικείμενο με υπερφυσικές δυνάμεις. Μου φαίνεται πως μπορώ να τοποθετήσω επάνω της όλες τις θλίψες και τις χαρές μου, όλα όσα διαπέρασαν τη ζωή μου». Από το 1935, φιλοτεχνεί σειρές, ως εικονογράφος βιβλίων, που δεν θα εκδοθούν ποτέ, ή πολύ αργότερα: τις βελονογραφίες του χειρογράφου του Η Ζωή μου, τις οξυγραφίες που εικονογραφούν το μυθιστόρημα του Gogol Νεκρές Ψυχές. Για τους Μύθους του Jean de la Fontaine και τη Βίβλο, αρχικά ζωγραφίζει εικόνες με γκουάς, οι οποίες προορίζονται να χαραχθούν από επαγγελματίες χαράκτες. Τελικά, ο ίδιος χαράσσει οξυγραφίες με ακουατίντα διότι τα δύο εκδοτικά σχέδια του Vollard δεν υλοποιούνται. 

Η έκδοση των Μύθων θα γίνει στο Παρίσι χάρη στον Έλληνα εκδότη από την Λέσβο, Στρατή Ελευθεριάδη, γνωστό ως Teriade, μετά από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο ... Όμως ο καλλιτέχνης θέλει χρώματα, πρώτα επιχρωματίζει μερικά αντίτυπα των σειρών του με γκουάς και ακουαρέλα. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου πηγαίνει ως πρόσφυγας μετά τον Πόλεμο, ανακαλύπτει την τεχνική της λιθογραφίας, η οποία του επιτρέπει την έκρηξη χρωμάτων που τον χαρακτηρίζει. Η λιθογραφία γίνεται το μέσο έκφρασης του χαράκτη, για θαυμάσιες σειρές: Το τσίρκο, Χίλιες και μια νύχτες, Δάφνις και Χλόη... Χαράσσει και το λινόλεουμ, με την τεχνική της άσπρης γραμμής. Στο τέλος της ζωής του, φιλοτεχνεί ξυλογραφίες και μονοτυπίες.

Ο κατάλογος των ζωγράφων-χαρακτών δεν μπορεί να μην πειρέχει τον Henri Matisse, ο οποίος χαράσσει σχεδόν 800 χαρακτικά σε όλη τη ζωή του: λίγες ξυλογραφίες, λινογραφίες, μονοτυπίες, χαλκογραφίες (μελάνι και ζάχαρη), και προπάντων βελονογραφίες και οξυγραφίες, καθώς και λιθογραφίες.

Σε όλη την Ευρώπη γεννιούνται χαρακτικά, με τις παραδοσιακές και νέες τεχνικές. Σταδιακά, οι δημιουργοί τους, οι οποίοι συχνά είναι και ζωγράφοι, εγκαταλείπουν τα καλλιτεχνικά κινήματα για μια εντελώς προσωπική έκφραση, τόσο παραστατική όσο και αφηρημένη.