DSC03038

Η χαρακτική στην Ευρώπη 19ος αιώνας

Ο 19ος αιώνας μπορεί να χαρακτηριστεί ως αιώνας της εικόνας. Η τελειοποίηση δύο νέων τεχνικών που εμφανίστηκαν στο τέλος του 18ου αιώνα – λιθογραφίας και ξυλογραφίας σε όρθιο ξύλο – συμβάλλει να αυξηθεί ο αριθμός και των τυπωμένων εικόνων και των αντιτύπων που διαδίδονται. Χάρη στις νέες τεχνικές, διευρύνεται το κοινό και η χαρακτική τραβάει όλο και περισσότερο τους καλλιτέχνες για τους οποίους αποτελεί πλήρως ένα μέσο έκφρασης.

Η χαρακτική δημιουργίας – όπως φαίνεται στην πλειοψηφία των έργων – αγκαλιάζει πρώτα τη λιθογραφία, η οποία σφραγίζει και τον θρίαμβο του ρομαντισμού, ύστερα, μετά το 1860, την οξυγραφία, η οποία επιτρέπει μια ελεύθερη μαυρόασπρη γραφή, ενώ βλέπουμε στις τελευταίες δεκαετίες το χρώμα να νικά σταδιακά το μαύρο. Στο τέλος του αιώνα, οι χαράκτες-δημιουργοί αρχίζουν να υπογράφουν και να αριθμούν τα χαρακτικά τους.

Παράλληλα, οι επιστημονικές ανακαλύψεις διαδέχονται η μία την άλλη. Με τη φωτογραφία και τις διαδοχικές μεθόδους που εφευρίσκονται, η φωτοχαρακτική σηματοδοτεί την έναρξη μιας νέας εποχής στην ιστορία των εικονογραφημένων βιβλίων, και τα μεγάλα εργαστήρια χαρακτικής τα οποία αναπαράγουν ζωγραφικά έργα εγκαταλείπουν σταδιακά το καλέμι και την απλή γραμμική οξυγραφία για να τελειοποιήσουν διάφορες βιομηχανικές τεχνικές, με τις οποίες παράγονται μήτρες μεγάλης ακρίβειας, για υψιτυπία και βαθυτυπία. ‘Ομως τα χαρακτικά δεν είναι πια εντελώς το αποτέλεσμα της δουλειάς του χαράκτη. Γρήγορα ο κόσμος της έκδοσης περνάει από  τη χαρακτική αναπαραγωγής στην αναπαραγωγή χωρίς χαρακτική.

Ο μύθος του Ναπολέοντα, στη Γαλλία πρώτα, αλλά και σε όλη την Ευρώπη, συναρπάζει τους καλλιτέχνες του ρομαντισμού, και εμφανίζεται στη λογοτεχνία, τη ζωγραφική και στη χαρακτική – ως κυρίαρχο τότε μέσο διάδοσης της εικόνας – η οποία προσφέρει σε όλες τις τάξεις της κοινωνίας σκηνές του σύγχρονου έπους. Η λαϊκή χαρακτική το αγκαλιάζει και το εντάσσει στη θεματογραφία της. 

Από τον 15ον αιώνα, πανευρωπαϊκά, η χαρακτική προσφέρει φτηνές χαραγμένες εικόνες, μαυρόασπρες ξυλογραφίες πρώτα, χαλκογραφίες επίσης από το 18ον αιώνα, μονόχρωμες ή επιχρωματισμένες, πριν τον θρίαμβο της επιχρωματισμένης λιθογραφίας στο δεύτερο μέρος του 19ου αιώνα. Εικόνες με αγίους και θρησκευτικές σκηνές, συνοδευμένες από προσευχές για τους προσκυνητές και τους φτωχούς, εικόνες με ηθικό και ιστορικό περιεχόμενο ως εργαλείο προπαγάνδας του πολιτικού καθεστώτος, με μυθικούς ήρωες του τόπου και της λαϊκής λογοτεχνίας, σάτιρες της κοινωνίας, διδακτικές αλλά και διασκεδαστικές εικόνες με όψεις απόμακρων χωρών, εικόνες της καθημερινής ζωής του απλού λαού.

Η εφεύρεση του Aloys Senefelder, η λιθογραφία, φέρνει επανάσταση στη χαρακτική. Οι λιθογράφοι δεν παύουν να την τελειοποιούν σε όλη τη διάρκεια του αιώνα, από μονόχρωμες εκτυπώσεις (που μπορούσαν να γίνουν επιχρωματισμένες) μέχρι και έγχρωμες, σε πέτρα και γρήγορα σε τσίγκο, και με φωτογραφική μεταφορά της παράστασης. Επικρατεί η λιθογραφία ως μέσο έκφρασης των ζωγράφων διότι προσφέρει εύκολες τονικές μεταβάσεις, πλούσιο φάσμα χρωμάτων, και δεν απαιτεί τη δύσκολη τεχνική του ξυλογράφου ή του χαλκογράφου. Οικονομικά, συμφέρει διότι επιτρέπει μεγάλο αριθμό αντιτύπων. Σκιτσογράφοι και γελοιογράφοι την υιοθέτουν στον τύπο ή σε λευκώματα, διάσημοι καλλιτέχνες σχεδιάζουν αφίσες στην πέτρα ή στον τσίγκο. Επιδέξιοι λιθογράφοι αντιγράφουν με εξαιρετική ζωντάνια ζωγραφιές παλιές, αλλά και σύγχρονες τους.

Ο Henri de Toulouse-Lautrec φιλοτεχνεί ο ίδιος στην πέτρα τις πρώτες του λιθογραφίες το 1891 και τον ίδιο χρόνο γίνεται διάσημος για την αφίσα που λιθογραφεί για το Moulin-Rouge, La Goulue. Θεωρείται ο επίσημος εικονογράφος της νυχτερινής ζωής εκείνης της εποχής στα καμπαρέ του Παρισιού. Τα έργα του χαρακτηρίζονται από δυνατές γραμμές και έντονα χρώματα με περιορισμένο φάσμα. Θεωρείται επίσης ως ένας από τους πρωτοπόρους στην τέχνη της αφίσας. 

Au bal des étudiants «ανέκδοτη σύνθεση» του («Composition inédite de Henri de Toulouse-Lautrec») αποτελεί την τελευταία αφίσα του. Ενώ λιθογραφούσε τα έργα που σχεδίαζε, ο καλλιτέχνης δεν προλαβαίνει να το κάνει: τον χειμώνα του 1900-1901, άρρωστος, βρίσκεται στο Bordeaux. 

Ο κορνιζάρης-έμπορας Τέχνης Imberti του δανείζει ένα εργαστήρι, όπου μένει από τον Οκτώβριο μέχρι τον Απρίλιο. Ζωγραφίζει προσωπογραφίες, και κάνει σχέδια, ανάμεσα στα οποία αυτή τη σύνθεση. Αυτή η τελευταία δημιουργία του ζωγράφου-χαράκτη, είναι σχεδιασμένη με χρωματιστά μολύβια, όπως το έκανε μετά την παραμονή του σε ψυχιατρικό ίδρυμα το 1899, και η λιθογραφία είναι φιλοτεχνημένη με το λιθογραφικό κραγιόνι (εκτός από τα χρώματα). Όπως γίνεται συχνά, τονίζει ένα πρόσωπο, γεγονός που αυξάνεται από το ότι ο Τουλούζ-Λωτρέκ έκανε μόνο το προσχέδιο του έργου. Ένα κομψά ντυμένο ζευγάρι πάει στον χορό, αλλά το πρώτο βλέμμα του θεατή αρπάζει μόνο τη μασκαρεμένη κυρία, και πιο συγκεκριμένα το πλούσιο στήθος της, το οποίο το βαθύ ντεκολτέ της φορεσιάς της, αφήνει γυμνό. Ύστερα το μάτι πάει στις λεπτομέρειες του ντυσίματός της, και μετά στον άνδρα που την συνοδεύει. Ενώ είναι μόνο σκιαγραφημένος με το καπέλο, το φράκο και το γελέκο, τον ψηλό γιακά και τα γάντια, τα οποία αποτελούν την παραδοσιακή ενδυμασία για τη νυχτερινή ζωή στα κοσμικά γεγονότα, στο τέλος του 19ου αιώνα, ξεχωρίζει όμως, το πρόσωπό του, με το κόκκινο: σαν μεθυσμένο, περπατάει με το πλατύ χαμόγελο της αυταρέσκειας. 

Ας παρατηρήσουμε ότι τα πρόσωπα που σχεδίασε ο Τουλούζ-Λωτρέκ μοιάζουν με καρικατούρες, καθώς και του ξεμαλλιασμένου φοιτητή – κατ’ εξοχήν φιγούρας του μποέμ – μεταμφιεσμένου σε κλόουν, και του άλλου πλούσιου στα δεξιά. Παραμορφωμένα και σκληρά χαρακτηριστικά, έντονη ζωή με πολλή κίνηση κάνουν την αφίσα ιδιαίτερα εκφραστική. Στο τέλος το μάτι φτάνει στο βάθος, όπου φαίνεται η ορχήστρα με τον μαέστρο της. Η αφίσα αποτελεί μια ενδιαφέρουσα μαρτυρία της κοσμικής ζωής της “Belle époque” στη Γαλλία (τα τελευταία χρόνια του 19ου αιώνα και τα πρώτα του 20ου, πριν από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο). Μαρτυράει επίσης το σκληρό βλέμμα του πικραμένου, αλκοολικού και πολύ άρρωστου καλλιτέχνη... ενώ οι συλλέκτες ξεκολλούν για τον εαυτό τους τα έργα του από τους τοίχους του Παρισιού.

Την ξυλογραφία σε όρθιο ξύλο, ο πρώτος ο οποίος τη χρησιμοποιεί συστηματικά είναι ο Άγγλος χαράκτης Thomas Bewick, στο βιβλίο του A General History of Quadrupeds, που κυκλοφορεί το 1790. Με αυτή την τεχνική ξαναζωντανεύει η ξυλογραφία για την εικονογράφηση των βιβλίων. Συνδυάζει την ευκολία του τυπώματος με το κείμενο, την μεγάλη αντοχή της πλάκας που αντέχει πολλά τυπώματα και τη λεπτομερειακή απόδοση της εικόνας, παρόμοια με τη χάραξη σε χαλκό με το καλέμι. Γεννημένη στην Αγγλία, η τεχνική διαδίδεται σε όλη την Ευρώπη, οι πλάκες κυκλοφορούν παντού, θαυμάσιες εικόνες εικονογραφούν και τον τύπο και λογοτεχνικά καθώς και επιστημονικά βιβλία. Μέχρι και τον 20ο αιώνα υπάρχουν χαράκτες που επιλέγουν το όρθιο ξύλο, λόγω της ποιότητας της απόδοσης των λεπτομερειών, παρά το γεγονός ότι η τεχνική είναι εξαιρετικά απαιτητική. 

Μετά το 1840, οι αδελφοί George και Edward Dalziel, κορυφαίοι χαράκτες και εκδότες του 19ου αιώνα στην Αγγλία, συνεργάζονται με όλους τους διάσημους σχεδιαστές του τόπου τους για την εικονογράφηση βιβλίων με ξυλογραφίες σε όρθιο ξύλο. Οι έντεχνες τους ξυλογραφίες διακοσμούν μεταξύ άλλων τα θεατρικά έργα του Shakespeare, Alice’s Adventures in Wonderland and Arabian Nights’ Entertainments. 

Ο Γάλλος Gustave Doré δεν γνωρίζει όρια στη δημιουργία  του: σχεδιαστής, γελιογράφος, εικονογράφος, ζωγράφος, χαράκτης (λιθογραφίες και οξυγραφίες) και γλύπτης, δημιουργεί από το πιο μικρό σκίτσο μέχρι και μνημειακά έργα, με θέματα από τη θρησκεία μέχρι και τη σάτιρα. Παγκόσμια γνωστός για τις εικονογραφήσεις του – The Rime of the Ancient Mariner του Coleridge, Paradise lost του Milton, Η Βίβλος, Η Κόλαση από τη Θεία Κομωδία του Δάντη – ο ίδιος δεν χαράσσει με το καλέμι, αλλά συνεργάζεται με τους καλύτερους ξυλογράφους σε όρθιο ξύλο της εποχής του, ιδιαίτερα τους Héliodore Pisan, Paul Jonnard και François Pannemaker.